συνείρει

συνείρει
συνείρω
string together
aor subj act 3rd sg (epic)
συνείρω
string together
pres ind mp 2nd sg
συνείρω
string together
pres ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • FRINGILLA seu FRINGILLUS — Graecis ςπίζα, Italis fringuello, Gallis pincon, Festo nomen habet, quod frigore solus ex avibus cantet. Eundem namque eum cum regaliolo facit, quem mortis omen Iulio Caesari fecisse, apud Suet. habes c. 81. Sed fringillus aestivis tantum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • προσφιλοσοφώ — έω, Α 1. εξετάζω κάτι επί πλέον με φιλοσοφικό τρόπο 2. μιλώ σε κάποιον με φιλοσοφικές εκφράσεις («τοιαῡτα πολλὰ οὐδὲν δεομένῳ προσφιλοσοφῶν συνείρει», Λουκιαν.) …   Dictionary of Greek

  • συνείρω — ΝΜΑ 1. συνάπτω, συνδέω, συμπλέκω 2. (σχετικά με λόγους, ιδέες, φράσεις, επιχειρήματα) αραδιάζω κατά λογική σειρά, συνδυάζω λογικά αρχ. 1. αφηγούμαι κάτι διαδοχικά ή λεπτομερώς («τὰς ἑξῆς πράξεις συνείρει», Διόδ.) 2. παρενθέτω σε λόγο 3. (αμτβ.)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”